Site ContentOn the Forgiveness of Sins - In Greek Text

image49

“... διά τήν συγχώρησιν τῶν ἀμαρτιῶν”


Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί ἀδελφές, τήν περασμένην ἑβδομάδα ὀμιλήσαμε διά τό μεγάλο μυστήριον τῆς Ἀγίας Κοινωνίας. Πόσο ἀκατανόητο εἰς τό ἀνθρώπινο μυαλό εἶναι αὐτό τό δῶρο! Πῶς μπορούμε νά κατανοήσουμε πόσο μεγάλη εἶναι ἠ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς, ὸταν βλέπουμε ὂτι ἒγινε ἂνθρωπος γιά ἐμᾶς, ὂταν βλέπουμε ὂτι θυσιάστηκε γιά ἐμᾶς, καί μετά, μᾶς ἒδωσε τό πλεον Ἀγιότατόν Του σῶμα καί αἲμα – τήν Ἀγίαν Κοινωνίαν?


Πόσο δύσκολον εἶναι ἀκόμα καί νά τό σκεφτούμε.
Ἂς ξεκινήσουμε σήμερα λοιπόν, σκεφτόμενοι τά λόγια τοῦ Κυρίου μας ὂταν καθιέρωσεν τό Μυστήριον τῆς Ἀγίας Κοινωνίας, ὂταν ἒδωσε τό Ἂγιόν Του σῶμα καί αἲμα είς τούς Ἀποστόλους κατά τήν διάρκειαν τοῦ μυστικοῦ δείπνου τήν νύκταν πρίν τόν φρικτόν θάνατόν Του.

(Ματθαίον 26:26 – 29) Ἐσθιόντων δέ αὐτῶν λαβών ὀ Ἰησοῦς τόν ἂρτον καί εὐχαριστήσας ἒκλασε καί ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καί εἲπε, ‘’Λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου. Καί λαβών τό ποτήριον και εὐχαριστήσας ἒδωκεν αὐτοῖς λέγων, ‘’Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἲμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἂφεσιν ἁμαρτιῶν’’.


Τοῦ Κυρίου τό ἲδιο τό αἲμα, τό ὀποῖον πίνουμε εἰς τήν Ἀγίαν Κοινωνίαν, μᾶς ἐδώθη διά τήν συγχῶρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἠ Ἀγία Λειτουργία εἶναι ἠ μυστική συνέχεια τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου μας εἰς τόν σταυρόν. Ὂταν μεταλαμβάνουμε τήν Ἀγίαν Κοινωνίαν, λαμβάνουμε τό σῶμα τό ὀποῖον ὀ Κύριός μας, ἐθυσίασεν για μᾶς, λαμβάνουμε τό αἲμα ποῦ ἒχυσεν γιά μᾶς.


Ὂμως, μέχρι νά καταλάβουμε τό πραγματικόν βάθος τοῦ τί χρωστάμε είς τόν Κύριον, ἢ τοῦ τί ὀ Κύριος ἒκανε γιά μᾶς, δέν πρόκειται νά καταλάβουμε τί συμβαίνει ὂταν λαμβάνουμε τήν Ἀγίαν Κοινωνίαν. 

Ὀ ἂνθρωπος εἶναι τόσο ὐπερήφανος, ποῦ νομίζει ὂτι οἰ ἀρετές του καί τά χρήσιμα ἒργα του εἶναι τόσο σπουδαία ποῦ μέσα στήν καρδιά του πιστεύη ὂτι, ‘’Εἲμαι ἐντάξει, εἲμαι καλίτερος ἀπό αὐτόν ἢ ἐκείνον’’. Ὂσον λοιπόν αὐτός ὀ ἂνθρωπος αἰσθάνεται ἒτσι, εἶναι σᾶν τόν ἰερέα καί τόν λεβίτην εἰς τό σημερινόν Εὐαγγέλιον τοῦ καλοῦ Σαμαρίτου, οἰ ὀποῖοι ἐπροσπέρασαν τόν πληγωμένον ἂνθρωπον ἐπειδή ἐνόμισαν ὂτι ἦσαν ἢδη ‘’καλοί’’, ἢ διότι ἦσαν δικαιολογημένοι λόγω τῆς θρησκευτικῆς τους ἰδιότητας καί τοῦ ἐξωτερικοῦ των κατεστιμένου.


Οἰ καρδιές των δέν εἲχαν τρυπηθεῖ ἀπό εὐσπλαχνίαν, ἐπειδή δέν εἲχαν γνωστοποιήσει τό βάθος τῶς δικῶν τους ἀμαρτιῶν. Διά τοῦτο οἰ μόνοι ἂνθρωποι ποῦ ὀ Χριστός καταδικάζει εἰς τό εὐαγγέλιον εἶναι οἰ ‘’Ἂγιοι’’ ἂνθρωποι: οἰ Γραματεῖς, οἰ Φαρισαίοι, οἰ ἰερείς, οἰ Sanhedrin τῶν Ἐβραίων, οἰ ὐποτιθέμενοι ἰερότατοι ἂνθρωποι πού ἦσαν οἰ περισσότερον διαβολεμένοι.
Γιατί? Πολύ ἀπλόν.
Διότι ἐπίστευαν ὂτι δέν ἦσαν ἀμαρτωλοί. Ὀ ἂνθρωπος ἐκείνος ὀ ὀποῖος πιστεύη ὂτι εἶναι ἀναμάρτητος λόγω τῶν ἒργων του, ἢ λόγω τῆς θέσεῶς του, ἢ λόγω τῆς φυλῆς του, ἢ λόγω τῆς οἰκογένειάς του, τήν ἲδια στιγμήν αὐτός ὀ ἂνθρωπος λέγει ὂτι δέν χρειάζεται σωτῆρα.
Ἓνας τέτοιος ἂνθρωπος ἀπαρνιέται τόν Χριστόν! 


Γιά κάποιον ὀ ὀποῖος αἰσθάνεται ὂτι εἶναι ὐπεράνω ὂλων τῶν ἂλλων, ὂτι οἰ ἁμαρτίες του εἶναι κάτι τό τιποτένιο, ἢ ὂτι εἶναι καλός ἂνθρωπος, δέν χρειάζεται νά πλησιάση τήν Ἀγίαν Κοινωνίαν. Ὀ Κύριος λέγει ὂτι τό σῶμα του καί τό αἲμα του ἐδώθησαν διά τήν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν. Ὂμως ὂταν ἐμεῖς πλησιάζουμε τό Ἀγιον ποτῆριον, μέ τήν κίνησιν αὐτήν ὀμολωγούμε ὂτι εἲμεθα ἐκεῖνοι πού χρειάζονται τήν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας.


Ὀμολωγούμε ὂτι ὀ Κύριος εἶναι ή δικαιοσύνη μας, ὂτι ὀ Κύριος εἶναι ἠ ἀγιωσύνη μας, ὂτι ὀ Κύριος εἶναι ἠ καλωσύνη μας, ὂτι ἐμεῖς δέν εἲμεθα καλοί ἀπό μόνοι μας, ἀλλά ἀπό τήν καλωσύνη ἠ ὀποῖα προέρχεται ἀπό τόν Κύριόν μας, ἀπό τήν χάριν Του.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί ἀδελφές, ἂς ἀνοίξουμε τά μάτια μας. Ὀ κόσμος πνίγεται στήν ἁμαρτίαν, καί ἐμεῖς δέν εἲμεθα ἐξαίρεσις.  Ὂμως, παρόλες τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, παρόλες τίς φοβερές πράξεις πού ἒγιναν ἀπό τήν ἀρχήν τοῦ κόσμου μέχρι σήμερον, ὂλα αὐτά εἶναι μία σταγόνα στόν ὠκεανόν τοῦ ἐλέους Τοῦ Θεοῦ. Οί Ἀγία Γραφή μᾶς λέγει, ‘’Αὐτός πού καλεῖ τό ὂνομα Τοῦ Κυρίου, θά σωθεῖ’’. Σέ ἂλλο μέρος ἠ Ἀγία Γραφή μᾶς λέγει, ‘’Θά λάβω τό ποτήριον τῆς σωτηρίας, καί θά καλέσω τό ὂνομα Τοῦ Κυρίου’’.

Καλούμε τό ὂνομα Τοῦ Κυρίου ὂταν λέμε, ‘’Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἰέ Τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν’’. Λαμβάνουμε τό ποτήριον τῆς σωτηρίας, ὂταν πλησιάζουμε ‘’μέ φόβον Θεοῦ, πίστιν καί ἀγάπην’’ εἰς τό φοβερόν Μυστήριον τοῦ σώματος καί τοῦ αἲματος Τοῦ Κυρίου, τῆς Ἀγίας Κοινωνίας. Αὐτή εἶναι ἠ σωτηρία μας, αὐτή εῑναι ἠ ἐλπίδα μας, αὐτή εἶναι ὂλη ἠ χαρά τῆς ζωῆς μας.
Αὐτή πρέπει νά εἶναι ἠ ζωῆ μας.
Δέν ὐπάρχει ἐλπίδα στούς εὐατούς μας καί μόνον.
Ὀ Κύριος πρέπει νά εἶναι τά πάντα στήν ζωήν μας.


Ἂς προσπαθήσουμε λοιπόν, νά ἐκδιώξουμε ὂλα μας τά προσχήματα, ἂς ἐκδιώξουμε τήν ὐπερηφάνεια καί τήν ἐσφαλμένη ἰδεά τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, 

  • ἂς ταπεινωθούμε, 
  • ἂς συγχωρίσουμε ὀ ἓνας τόν ἂλλον, 
  • ἂς ἐξομολωγηθούμε τίς ἁμαρτίες μας,
    καί ἂς πλησιάσουμε ‘’μέ φόβον Θεοῦ, πίστεως, καί ἀγάπης’’.
    Δέν ἒχουμε τίποτε ἂλλο νά χάσουμε, παρά τίς ἁμαρτίες μας.
    Ὂμως, ἒχουμε νά κερδίσουμε τά πάντα: τήν αἰώνιαν ζωήν

Εἰς Τόν Κύριον, ὀ ὀποῖος ἐθυσιάστηκε γιά μᾶς εἰς τό βωμόν τοῦ Σταυροῦ, καί μυστηκῶς θυσιάζεται καθημερινῶς εἰς τήν ἰεράν τράπεζαν τὴς Θεῖας Εὐχαριστίας, ὂπου ἐπροσφθέρθη ώσάν τροφήν εἰς τούς πιστούς, πρός Ἐκείνον λοιπόν νά εἶναι ἠ δόξα μετά Τοῦ Πατρός καί Τοῦ Ἀγίου Πνευματος. Ἀμήν.